Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Καλιαρντά


Τα καλιαρντά είναι μία αργκό των ομοφυλοφίλων. Πρωτοεμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1940 και δημιουργήθηκαν από την ανάγκη των ομοφυλόφιλων για έναν κώδικα επικοινωνίας μεταξύ τους, χωρίς να τους αντιλαμβάνεται το εχθρικό περιβάλλον, που τότε επικρατούσε. Τα καλιαρντά αναπτύχθηκαν με τα χρόνια, απέκτησαν ελληνικές καταλήξεις και επηρεάστηκαν από την τουρκική, γαλλική και ιταλική γλώσσα.

Τα καλιαρντά διακρίνονται σε δύο επίπεδα: στα απλά καλιαρντά που είναι πιο διαδεδομένα, και στα ντούρα καλιαρντά που έχουν πολλά στοιχεία της καθαρεύουσας.

Στις μέρες μας τα καλιαρντά δεν θεωρούνται κρυφή γλώσσα, μια και με την πάροδο του χρόνου ο λαός έμαθε αυτή τη διάλεκτο μέσα από την τηλεόραση. Δεν υπάρχει πλήρως και επισήμως καταγεγραμμένη σε ελληνικά λεξικά από ινστιτούτα μελέτης και καταγραφής της γλώσσας, πράγμα που παραπέμπει τη διάλεκτο αυτή ως "διάλεκτο του δρόμου"
Παραδείγματα

Αβέλω - θέλω, δίνω, επιθυμώ
Άβελε αποκατέ - έλα εδώ
Αβέλω αχαλιά - κάνω δίαιτα
Αβέλω κοντροσόλ - φιλώ
Αβέλω νάψες - μιλώ
Αβέλω ροντοσόλ - φιλώ
Αβέλω τούφες - πλαγιάζω, κοιμάμαι
Αβέλω μπιεσμάν - βάζω χέρι σε κάποιον
Αποκατέ - από εκεί
Ατζινάβωτος - απονήρευτος
Βακουλή - εκκλησία
Βουέλω τζα - φεύγω, διώχνω
Βουτρά - βυζιά
γαργαρότεκνο - ναύτης
Γκουνιότα - λεσβία
Γκούρμπαντος - γοητευτικός άντρας
Γουγούμης - σκύλος
Δικέλω - βλέπω
Επιτάφιος - gay συνοδευόμενος από καλοντυμένα τεκνά
Ηράκλω - γυναικάρα
Θεά - εύγευστη τροφή
Θεόλατσος - ωραιότατος
Θεοκάλιαντος - ασχημότατος
Ιμάντες - εμείς. Άκλιτη αντωνυμία. Ενικός: εμάντες
Καγκελοκερικεντέ - αναπτήρας
Κάδροω - άσχημη
Καλιαρντός - άσχημος, κακός
Καπί - κουτάλι
Καραμουτζού - πόρνη
Καλιάρντω - πολύ άσχημη
Κατσικές - αριστερός. Αντίθετο: προβατές = δεξιός
Κέντα - φωτιά
Κουελοσφαλάω - ξαπλώνω, πλαγιάζω, κοιμάμαι
Κουλό - σικάτο
Κοντροσολάρω - φιλώ
Κουραβάλω - συνουσιάζομαι ενεργητικά. Συνώνυμα: κουραβελτόσημο
Κουραβέλτα - συνουσία.
Λάγκα - νερό
Λατσαβέλω - καλωσορίζω
Λατσός - ωραίος καλός
Λατσολίθαρο - διαμάντι
Λούγκρα - πολύ κακία
Λούμπα - ομοφυλόφιλος
Λυσσαγμάν - σκύλος
Μαντάμ γκου - Λέσβια
Μη μπενά - μη μιλάς
Μολ - νερό υγρό
Μουσαντό - ψέμα
Μουτζό - αιδοίο
Μπαρό - αρρώστια
Μπάρα - μεγάλο πέος
Μπαροτάτη - πολύ χοντρή
Μπενάβω - μιλώ
Μπενάβω ανθυγιεινά - κακολογώ
Μπερντές - χρήματα. Συνώνυμο: ντουλά
Μπουάβω - μιλώ
Με-σικ - με ευγένεια, κομψά. Προφέρεται σαν μία λέξη
Νάκα - όχι, δεν
Νισετέ - ρούχο ένδυμα
Νταλκαρέτεκνο - μόνιμος εραστής
Ντέζι - πόθος, επιθυμία
Ντίκος - να, ιδού, κοίτα
Ντουλά - Το χρήμα, τα λεφτά
Ντουπ - δαρμός, ξυλοφόρτωμα
Κουλό - παράξενο, περίεργο
Πισέλω - ξαπλώνω πλαγιάζω κοιμάμαι
Πούλη - πρωκτός
Πομπίνο-φραπέ - αιδοιολειχία (από το γαλλικό pon-pon και το frapper)
Προβατές = δεξιός
Ροσολιμαντέ - γλύψιμο (από το ροσόλω), άκλιτο
Σαρμέλλα - πέος
Σερμέλα - πέος. Συνώνυμα: φακιροπίπιζα, τουτού
Σιβιτζιλού - λεσβία
Σιβίτζω - λεσβία
Σιδεροπυρούω - αναπτήρας
Σολντά - στρατιώτης
Σουκρο - ζάχαρη γλυκό
Σουσέλ - πεολειχία
Τανάκα - χωρίς, άνευ, μη!
Τζασλός - τρελλός παλαβός
Τζάσε - φύγε
Τζάζω - διώχνω, φεύγω, πετώ
Τζάω - καταλαβαίνω πονηρεύομαι
Τζιβιτζιλού - λεσβία
Τζινάβω - φύγε
Τζους - χωρίς, άνευ
Τζουσ - πλύσιμο
Τζούσ-λέσι - αυτοκίνητο
Τουρκόζουμο - καφές
Τιντέλης - φαγητά
Τρόκι - σκύλος
Τσόλι - αρσενική πόρνη
Υψομετρού - επαρχιώτης gay. Συνώνυμα: βλαχοντάνα, γιδοτεκνοσυντήρητη
Φακιροπίπιζα - πέος
Φίφα - μικρό πέος
Φλοκάρω - εκσπερματώνω
Φλόκια ρομανόφ - ρώσικη σαλάτα
Χαλέματα - τρώω
Χαλώ - φωτιά
Χορχόρα - φωτιά
Χορχοροτεκνό - Πυροσβέστης
Ψαμοσκελού - καυλιάρα (από το ψαμός = ξαναμένος + σκέλη)

Αβέλει το μουτζό της Πάσχα - Είναι αδιάθετη (μέρες του κύκλου)
Τζούς καλιαρντό γκουγκού - φύγε κακό φάντασμα !
[Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου